Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ





Για τη ζωή του Επικούρου είμαστε πολύ καλά πληροφορημένοι, γιατί από τις επιστολές του και από έργα φίλων και αντιπάλων του έχουν διασωθεί αρκετά στοιχεία.

Ο Επίκουρος ήταν Αθηναίος, γιος του Νεοκλή, από τον δήμο Γαργηττού, και καταγόταν από το παλιό επιφανές Αθηναϊκό γένος των Φιλαϊδών (Διογ. Λαέρτ. 10,1). Είναι, επομένως, μαζί με τον Πλάτωνα (και τον Σπεύσιππο), ο μόνος Αθηναίος από τους φιλοσόφους της γενιάς του και των δύο προηγούμενων γενεών, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν ξένοι. Από αυτό το γεγονός θα πρέπει να επηρεάστηκε πάρα πολύ η στάση και του Επικούρου, όπως και του Πλάτωνος. Γιατί δεν είναι βεβαίως σύμπτωση ότι ο Αθηναίος Πλάτων δεν μπόρεσε ποτέ πια να απαλλαγεί εντελώς από το νεανικό βίωμα της κατάρρευσης της χώρας και του κράτους του και ως το τέλος της ζωής του έμεινε πολιτικά δεσμευμένος -ο Αθηναίος Επίκουρος, πάλι, είχε τις δικές του εμπειρίες από την εξωτερική και την εσωτερική πτώση της Αθήνας —από τη μετατροπή του Αθηναϊκού κράτους από υποκείμενο της πολιτικής σε απλό αντικείμενο της πολιτικής άλλων— και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αποφασιστική αποχώρηση από την πολιτική ήταν η μόνη λογική στάση -ο αλλοδαπός όμως Αριστοτέλης, από την απόσταση του αμέτοχου τελικά παρατηρητή, κατόρθωσε να αναλύσει με νηφαλιότητα τους γενικούς όρους της ανάπτυξης και της παρακμής μιας πολιτείας.

Ο Επίκουρος γεννήθηκε στη Σάμο το 341 π.Χ. Δέκα χρόνια πριν οι Αθηναίοι είχαν αποφασίσει να αντιμετωπίσουν την απειλή της αποστασίας της Σάμου από τη Δεύτερη Ναυτική Συμμαχία στέλνοντας εκεί μεγάλο αριθμό πολιτικά έμπιστων Αθηναίων ως κληρούχων. Ανάμεσα τους ήταν και οι γονείς του Επικούρου. Είχε επίσης τρεις αδελφούς, που αργότερα προσχώρησαν όλοι στη σχολή του. Σε μια επιστολή ανέφερε ο ίδιος ότι άρχισε να φιλοσοφεί στα δεκατέσσερα χρόνια του (Διογ. Λαέρτ. 10,2), έκφραση που δεν είναι εύκολο να ερμηνευθεί. Η δυσπιστία είναι δικαιολογημένη, καθότι διάφορες μαρτυρίες στοιχειοθετούν την υπόθεση ότι ο Επίκουρος συνειδητά προσέδωσε στον εαυτό του το ύφος μορφής αντίπαλης και ανταγωνιστικής προς τον Σωκράτη και των Σωκρατικών. Αυτός ο Σωκράτης τονίζει συνεχώς ότι δεν είχε ποτέ πραγματικά κάποιο δάσκαλο, εκτός αν θεωρηθεί δάσκαλος του ο δελφικός Απόλλων. Για τον Επίκουρο η παρέμβαση ενός θεού δεν συζητείται και γι' αυτό θα πρόβαλλε πιο κατηγορηματικά ότι είναι αυτοδίδακτος και ότι εντελώς μόνος του άρχισε να οικοδομεί τη φιλοσοφία του στην ηλικία που ο νέος άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να θέσει σε κίνηση τη λογική του. Αντίθετα, γνωρίζουμε ότι πριν ακόμη από τα δεκαοκτώ του χρόνια μετοίκησε από τη Σάμο στην Τέω, όπου τότε ένας πολύ περίεργος άνδρας, ο Ναυσιφάνης, δίδασκε ανάμεσα σε άλλα και φιλοσοφία. Ο Ναυσιφάνης χαρακτήριζε τον εαυτό του ως οπαδό της θεωρίας του Αβδηρίτη Δημοκρίτου (που είχε πεθάνει πριν 70 περίπου χρόνια), αλλά δίδασκε και μαθηματικά και ρητορική —επιστήμες που ο Επίκουρος αργότερα τις απέρριψε ως άχρηστες και ασήμαντες (τα κείμενα: Diels-Kranz, Die Vorsokratlker, 75). Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι ο Επίκουρος θα παρουσίαζε ποτέ σοβαρά αυτόν τον άνδρα ως δάσκαλο του στη φιλοσοφία, όπως άλλωστε και τον μαθητή του Πλάτωνος Πάμφιλο, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο, ώστε πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Επίκουρος μόνο μια φορά ανέφερε εν παρόδω ότι στα νιάτα του συνάντησε τον άνδρα. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι αντίπαλοι του Επικούρου συνέλαβαν όλο αυτό το πλέγμα και από τη μια μεριά τον παρουσίαζαν ως μαθητή του ελάχιστα εκτιμώμενου Ναυσιφάνη, από την άλλη δε με μοχθηρία εξέφραζαν τη λύπη τους που ο Επίκουρος έχασε τη μοναδική ευκαιρία να μπει στον κόσμο του Πλάτωνος. 



Στα δεκαοκτώ του χρόνια (323 π.Χ.) ο Επίκουρος, ως νομοταγής Αθηναίος, γύρισε στην πατρίδα του για να κάνει σύμφωνα με τον νόμο την εφηβεία του, δηλ. τη στρατιωτική του θητεία. Δεν φαίνεται να ήλθε σε επαφή με καμιά από τις δύο φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας: ο Περίπατος, που τον κακολογούσαν όχι αναίτια για συμπάθεια προς τους Μακεδόνες, κάτω από την πολιτική πίεση είχε αναστείλει τη λειτουργία του και ο Αριστοτέλης είχε φύγει στη Χαλκίδα, όπου η οικογένεια του είχε ένα σπίτι και όπου ήταν εγκατεστημένη μακεδόνικη φρουρά (πέθανε εκεί μετά από μερικούς μήνες). Κεφαλή της Ακαδημίας ήταν ο Ξενοκράτης, όμως μια μεταγενέστερη πληροφορία ότι ο Επίκουρος τον είχε ακούσει είναι πιθανώς σκόπιμο εύρημα, που πρέπει όπως πάντα να αντιμετωπίζεται κριτικά.

Το 322 πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του προσπαθούσαν πια να διατηρήσουν την αυτοκρατορία και να αυξήσουν την προσωπική τους ισχύ. Σε αυτήν την προσπάθεια περιλαμβανόταν και μια οξύτατη επίθεση εναντίον της εχθρικής Αθήνας και έτσι ο Περδίκκας διέταξε την απομάκρυνση όλων των Αθηναίων κληρούχων από τη Σάμο. Η οικογένεια του Επικούρου μετοίκησε τότε στον Κολοφώνα, όπου την ακολούθησε και ο ίδιος μετά το τέλος της θητείας του και όπου φαίνεται ότι έμεινε πάνω από δέκα χρόνια. Η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ολόκληρη την περιουσία της στη Σάμο και ζούσε σε πιεστικές οικονομικά συνθήκες. Το ότι οι αντίπαλοι του Επικούρου αργότερα με κακοήθεια διακωμώδησαν τη φτώχεια —τη δική του και των συγγενών του—είναι δείγμα ύφους της αρχαίας πολεμικής.

Αποφασιστικό υπήρξε για τον Επίκουρο (όπως και ο ίδιος θα αφηγηθεί) το 32ο έτος της ηλικίας του, όταν αποφάσισε «συστήσασθαι σχολήν» (Διογ. Λαέρτ. 10,15), και μάλιστα αρχικά στη Μυτιλήνη της Λέσβου και μετά στη Λάμψακο, όπου δίδαξε συνολικά πέντε χρόνια συνεχώς, δηλ. από το 310 ως το 306 π.Χ. Τους πρώτους, πιο πιστούς και πιο σημαντικούς, μαθητές τους βρήκε στη Λάμψακο. Πρέπει να αναφερθούν ο Λεοντεύς και κυρίως ο Ιδομενεύς, ο οποίος δεν ασχολούνταν μόνο με τη φιλοσοφία και τη συγγραφή (πρώτος έγραψε ένα αναμφισβήτητα οξύτατο στα κύρια σημεία του βιβλίο πολεμικής για τους «Σωκρατικούς», την πρώτη μαρτυρία όπου οι μαθητές του Σωκράτη συμπεριλαμβάνονται σαφώς σε μία ομάδα), αλλά κατέλαβε και σημαντική πολιτική θέση ως σύμβουλος του βασιλιά της Θράκης Λυσιμάχου, πράγμα που έκανε τον Επίκουρο να ανησυχεί κάπως. Σε αυτόν τον παλιό, τον πρώτο κύκλο μαθητών ανήκαν επίσης ο Κολώτης (έγραψε αργότερα ένα περίφημο βιβλίο πολεμικής κατά της Πολιτείας του Πλάτωνος), ο Πολύαινος και η Θεμίστα, η σύζυγος του Λεοντέως.

Πρέπει να υποθέσουμε ότι λόγοι πολιτικοί ανάγκασαν τον Επίκουρο το 306 π.Χ. να εγκατασταθεί στην πατρίδα του και να μεταφέρει εκεί τη σχολή. Ως Αθηναίος δεν είχε καμιά δυσκολία —αντίθετα από τους αρχηγούς του Περιπάτου και της Στοάς—να αποκτήσει κατάλληλο οικόπεδο και να χτίσει τα απαραίτητα για τη διαβίωση και τη φιλοσοφική εργασία οικοδομήματα. Φαίνεται όμως ότι σκόπιμα έδωσε στο σύνολο των εγκαταστάσεων τη μορφή μεγάλου κήπου ή άλσους, πρέπει να ήταν γι' αυτόν βασική ιδέα το να μην ασκείται η φιλοσοφία σε σπουδαστήρια και αίθουσες (και οπωσδήποτε όχι σε δημόσιες στοές), αλλά σε ελεύθερη περιδιάβαση μέσα σε μια απλή, ειρηνική φύση, μακριά από τον θόρυβο της πόλης. Έτσι και η σχολή του πήρε ακριβώς την ονομασία« Κήπος». Την εποχή του Κικέρωνος επίσης φαίνεται ότι ολόκληρος ο χώρος είχε παραμείνει αναλλοίωτος, όπως τον ήθελε ο Επίκουρος. Έχουμε μιαν επιστολή, όπου ο Κικέρων, παρακινημένος από τους τότε διευθυντές της σχολής, παρακαλούσε επίμονα έναν πλούσιο Ρωμαίο Επικούρειο (που σχεδίαζε να αγοράσει το οικόπεδο, να κατεδαφίσει τα παλιά οικοδομήματα και να χτίσει στην ίδια θέση μια μεγάλη καινούργια έπαυλη) να παραιτηθεί από το ασεβές αυτό εγχείρημα.

Σε αυτόν τον «Κήπο» εργάστηκε και δίδαξε ο Επίκουρος 35 χρόνια. Υπάρχουν πληροφορίες για μερικά ταξίδια σε ξένους φίλους, για την ήσυχη και λιτή ζωή στον φιλικό του κύκλο, στον οποίο ανήκαν άνδρες, γυναίκες, σκλάβοι και —όπως σαφώς αναφέρεται— μερικές εταίρες (το γεγονός ότι στα έργα των Σωκρατικών οι εταίρες άλλοτε περιγράφονταν ως ταυτόσημες με την έννοια της φαυλότητας και άλλοτε ως ενδιαφέρουσες συνομιλήτριες του Σωκράτη δεν θα πρέπει να μην άσκησε εδώ κάποια επίδραση)· επίσης υπάρχουν πληροφορίες για μια πολύ εκτεταμένη αλληλογραφία του Επικούρου και, τέλος, για την απασχόληση του με τα φιλοσοφικά έργα.

Ο ρόλος που έπαιξε η φιλία στον Επίκουρο και στους μαθητές του θα ξανασυζητηθεί αργότερα. Για να το διατυπώσουμε εξαρχής και καθαρά, η κοινότητα των φίλων (αν αντιπαραθέσουμε τον Πλάτωνα και, ίσως, και τον Αριστοτέλη) αντικαθιστά την πολιτική οργάνωση των πολιτών στο κράτος, από την οποία ο Επίκουρος δεν περιμένει πια τίποτε καλό παρά μόνο εσωτερική και εξωτερική συμφορά. Αλλά και ως μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας η φιλία είναι η τελειότατη (πάλι αντίθετα προς τον Πλάτωνα και συμφωνώντας εν μέρει με τον Αριστοτέλη), σε αντίθεση προς τον έρωτα, στον οποίο ο Επίκουρος δεν μπορεί να δει παρά αυτό που προξενεί ανησυχία, αναστάτωση και κίνδυνο.

Σχετικά με την αλληλογραφία του αξίζει να σημειωθεί ήδη εδώ ότι ο Επίκουρος είναι ο πρώτος αρχαίος που δημοσίευσε μια πραγματική αλληλογραφία από άνθρωπο σε άνθρωπο, ένα μέρος της οποίας μας έχει διασωθεί. Γιατί όσα άλλα έχουμε από αλληλογραφίες (από τον περιώνυμο τύραννο Φάλαρη τον Ακραγαντίνο, τους Σωκρατικούς ως τον Πλάτωνα, τον Ισοκράτη, τον Αριστοτέλη, τον Δημοσθένη), όλα είναι ή ευρήματα φιλολογιζόντων της Ελληνιστικής εποχής ή υπηρεσιακές εγκύκλιοι που στην πραγματικότητα εκ των προτέρων απευθύνονταν σε πολλούς παραλήπτες. Ο Επίκουρος είναι ο πρώτος που πραγματικά αλληλογραφεί —και είχε τους λόγους του όπως θα δούμε παρακάτω.

Στην αρχαιότητα και στους μεταγενέστερους χρόνους συχνά ξένισε και προκάλεσε αντιπάθεια η υπερβολή στην έκφραση σεβασμού και τιμής από τους φίλους προς τον Επίκουρο, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αυτός τη δεχόταν. Η ημέρα των γενεθλίων του γιορταζόταν με επισημότητα κάθε χρόνο -ο ίδιος όρισε στη διαθήκη του ότι στις 20 κάθε μήνα έπρεπε να γίνεται συμπόσιο στη μνήμη του και στη μνήμη του στενού του φίλου Μητροδώρου, που πέθανε πριν από αυτόν. Και σε κάθε ευκαιρία οι φίλοι του τον αντίκριζαν ως θεό είναι γνωστό ότι ο Λουκρητίας στο ποίημα του De rerum natura εγκωμιάζει τον Επίκουρο ως θεό.

Την περίπτωση αυτήν, εν τούτοις, πρέπει να την εξετάσουμε στο ευρύτερο πλαίσιο της. Στο σημείο αυτό της απόδοσης τιμών ο Επίκουρος δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος. Αρκεί εδώ να υπενθυμίσουμε δύο περιπτώσεις, που δεν μπορεί να μην ήταν γνωστές και στον ίδιο. Η πρώτη είναι η περίπτωση του Εμπεδοκλή, που στα δύο ποιήματα του παρουσιάζει τον εαυτό του ως θεό που εκδιώχθηκε από τον κόσμο των Μακάρων, είναι όμως πάντα θεός. Περιγράφει πως, στις περιπλανήσεις του από πόλη σε πόλη, έγινε με σεβασμό δεκτός ως θεός από άνδρες και γυναίκες και υπαινίσσεται ότι διαθέτει γνώσεις και δυνάμεις που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα. Η δεύτερη περίπτωση είναι του Πλάτωνος, για τον οποίο ο ανιψιός του Σπεύσιππος στο Εγκώμιον Πλάτωνος δεν δίστασε να υποστηρίξει ότι ο Πλάτων δεν ήταν γιος του φυσικού του πατέρα αλλά του Απόλλωνος. Και η Ακαδημία, όσο λειτουργούσε, απέδιδε βαθύ νόημα στα γενέθλια του Σωκράτη και του Πλάτωνος. Στην περίπτωση του Επικούρου προστίθεται βέβαια ένας ακόμη παράγοντας. Ο φιλόσοφος εδώ δεν είναι μόνο αυτός που διδάσκει πώς πρέπει να ζει κανείς, αλλά και ο ίδιος γίνεται υπόδειγμα φιλοσοφικής ζωής. Η αλληλογραφία, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, αποκτά τη σημασία της ακριβώς από το ότι δείχνει πώς ο φιλόσοφος αντιμετωπίζει συγκεκριμένα τις πιο καθημερινές καταστάσεις της ζωής. Δεν είναι παράξενο ότι ένας φιλόσοφος που κατόρθωνε κάτι τέτοιο γοήτευε και συνάρπαζε όσους τον πλησίαζαν. Δεν είναι επίσης αρνητικό γι' αυτόν ότι καταλάβαινε καλά πως, για τη διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής, το προσωπικό παράδειγμα που απαιτούσε από τον εαυτό του να δώσει ήταν πολύ πιο σπουδαίο από ένα ορθολογικό σύστημα ηθικής. Έτσι, τελικά κάποιος από τους μαθητές του εξήγησε: «Όταν συγκρίνει κανείς τη ζωή του Επικούρου με των άλλων, θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει ως μύθο, εξαιτίας της πραότητας και της αυτάρκειας». Το κρίσιμο σημείο σε αυτήν τη σκέψη είναι ότι αυτή η πραγματικά βιωμένη ζωή υπερέχει πολύ σε παραινετική και παρηγορητική δύναμη από τους φανταστικούς μύθους του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη.

Ο Επίκουρος πέθανε το 270 π.Χ. σε ηλικία 72 χρόνων από εξαιρετικά επώδυνη νεφρολιθίαση. Έχει σωθεί μια σύντομη επιστολή, που έγραψε την τελευταία ημέρα της ζωής του, και η διαθήκη του. 



 Πηγη:http://www.focusmag.gr/articles/view-article.rx?oid=217249

Επιμέλεια_ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

ΠΛΑΤΩΝΑΣ

Φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς ευγενείς. Το πρώτο όνομά του ήταν Αριστοκλής, ονομάσθηκε δε Πλάτων, για την ευρύτητα του στέρνου του και του μετώπου του. Νέος ασχολήθηκε με την ποίηση, αλλά γρήγορα επιδόθηκε οριστικά στη φιλοσοφία. Εικοσαετής προσκολλήθηκε στο Σωκράτη και έμεινε κοντά του επί εννέα έτη. Η αγάπη του προς αυτόν δεν έχει στην ιστορία όμοιο δείγμα αφοσιώσεως μαθητού προς δάσκαλο. Έκανε διάφορα ταξίδια στην Αίγυπτο, στην Κυρήνη, στη Σικελία, στη Μ. Ασία για να γνωριστεί με πολλούς φιλοσόφους της πυθαγορείου, ιδιαίτερα, σχολής.

Στις Συρακούσες, συνδέθηκε με φιλία με τον τύραννο Διονύσιο και τους συγγενείς του. Αργότερα, επειδή δυσαρέστησε τον τύραννο με την παρρησία του, αυτός, για εκδίκηση, τον πούλησε στο Σπαρτιάτη πρεσβευτή ως δούλο, για να τον απελευθερώσει με εξαγορά ο φιλόσοφος Αννικέριος. Αφού επέστρεψε στην Αθήνα, σαράντα πια ετών, ίδρυσε τακτική σχολή, τη λεγομένη Ακαδημία, που πήρε το όνομά της από τον τόπο, όπου ήταν αφιερωμένος στον ήρωα Ακάδημο. 


Στην Ακαδημία του, ο Πλάτων, δίδαξε επί 42 έτη, οι δε μαθητές του αποτέλεσαν ένα είδος συνδέσμου επιστημονικού, που διατηρήθηκε μέχρι το 525 μ.Χ. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 81 ετών, την ημέρα των γενεθλίων του. Ο τάφος του, στον Κεραμεικό, σωζόταν ως τα χρόνια του Παυσανία. Έγραψε την «Απολογία» του Σωκράτη, του οποίου τη φιλοσοφία εκθέτει, συμπληρώνει, συστηματοποιεί και εξαίρει.

 Η πλατωνική φιλοσοφία πραγματεύεται τη φύση του «αισθητού» και του «υπεραισθητού» κόσμου, και αποτελεί το πρώτο στην Ιστορία καθολικό σύστημα. Του συστήματος αυτού η επίδραση στο μεταγενέστερο κόσμο υπήρξε ανυπολόγιστη. 


Εργα του Πλατωνα:

(α) Περίοδος νεότητας (400π.Χ.-387π.Χ.). Σ΄ αυτήν ανήκουν οι διάλογοι:
  • Απολογία Σωκράτους: με την πλατωνική εκδοχή της απολογίας του Σωκράτη στο δικαστήριο,
  • Ευθύφρων
  • Κρίτων: με θέμα το δίκαιο και την αδικία,
  • Χαρμίδης:όπου αναπτύσσεται η έννοια της σωφροσύνης,
  • Πρωταγόρας:για το αν μπορεί να διδαχτεί η αρετή
  • Λάχης:ή περί ανδρείας, ηθικός.
  • Ιππίας Μείζων
  • Ιππίας Ελάσσων, ή περί ψεύδους
  • Ίων
  • Λύσις:(περί φιλίας).
(β) Περίοδος ωριμότητας (386π.Χ.-367π.Χ.). Σ' αυτήν ανήκουν οι διάλογοι:
  • Μενέξενος:στο μεγαλύτερο μέρος του ένας επιτάφιος λόγος
  • Κρατύλος: όπου συζητώνται γλωσσολογικά ζητήματα
  • Ευθύδημος
  • Γοργίας: ή περί ρητορικής, ανατρεπτικός.
  • Μένων
  • Φαίδων:ή περί ψυχής, ηθικός: όπου περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές του Σωκράτη. Ο ίδιος ο Πλάτωνας απουσίαζε αφού, όπως λέει ένας από τους συνομιλητές, «Πλάτων δὲ οἶμαι ἠσθένει» («Ο Πλάτωνας νομίζω ότι ήταν άρρωστος»)
    Θεαίτητος:ή περί επιστήμης, πειραστικός.
  • Παρμενίδης:ή περί ιδεών, λογικός.
  • Φαίδρος
  • ΠολιτείαΔιάλογος του Πλάτωνα σε δέκα βιβλία, που αφορά το δίκαιο
  •  Συμπόσιον ή περί αγαθού, ηθικός. (385/4 π.Χ.)
(γ) Περίοδος γήρατος (366π.Χ.-348π.Χ.). Περιλαμβάνονται οι διάλογοι:
  • Σοφιστής
  • Πολιτικός
  • Φίληβος: ή περί ηδονής, ηθικός.
  • Τίμαιος:για τη δημιουργία του κόσμου
  • Κριτίας:ένας ημιτελής διάλογος με αναφορές στην Ατλαντίδα
  • Νόμοι:διάλογος σε 12 βιβλία όπου ο Πλάτωνας επανέρχεται στο ζήτημα των ορθών νόμων για μία πολιτεία
  • Έβδομη επιστολήμε αυτοβιογραφικές πληροφορίες για τη δράση του στη Σικελία.                                                                                   
                               
    Πηγη: www.mousa.gr
    Επιμέλεια_ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΕΠΙΣΤΗΜΗ
                 

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ένας από τους σοφότερους άνδρες της αρχαιότητας. Γεννήθηκε στην Αθήνα στα 470 π.Χ., και ήταν υιός του γλύπτη Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης, από το δήμο Αλωπεκής. Στην αρχή δοκίμασε ν’ ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, οι δε Τρεις Χάριτες, άγαλμα που σωζόταν επί Παυσανία, ήταν έργο δικό του. Γρήγορα όμως εγκατέλειψε τη γλυπτική, για ν’ αφοσιωθεί στη φιλοσοφία, στην οποία και αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του, διδάσκοντας, όχι σε σχολείο, αλλά συζητώντας σε κάθε σημείο της πόλεως με ανθρώπους κάθε τάξεως και με κύριο στόχο τα ηθικά, θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.
Η διαλεκτική ικανότητά του, η λεπτότητά του και η πνευματική πρωτοτυπία του με τον τέλεια ηθικό χαρακτήρα του, προσέλκυαν τους νέους αριστοκράτες με τους οποίους ιδιαίτερα συνδεόταν. Αντίθετα προς του συγχρόνους του σοφιστές, ο Σωκράτης δεν ελάμβανε αμοιβή για τη διδασκαλία του. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο ξεπλήρωσε το καθήκον του προς την πατρίδα, και αγωνίσθηκε με μεγίστη ανδρεία και καρτερία στην Ποτίδαια όπου, και έσωσε τη ζωή του Αλκιβιάδη (432), στο Δήλιο (424) και στην Αμφίπολη (422). Διετέλεσε επιστάτης των Πρυτάνεων και αντιτάχθηκε στην παράνομη ψηφοφορία με την οποία ο δήμος των Αθηναίων καταδίκασε σε θάνατο τους εννέα στρατηγούς, οι οποίοι, αφού νίκησαν στην ναυμαχία των Αργινουσών, αναγκάσθηκαν από την τρικυμία να αφήσουν άταφους τους πεσόντες. Το ίδιο δεν υπάκουσε και στους τριάκοντα τυράννους, που τον διέταξαν να πάει με τέσσερις άλλους να φέρει στην Αθήνα τον Σαλαμίνιο Λέοντα, για να τον θανατώσουν.
Επειδή ο Σωκράτης καταπολεμούσε τις ολέθριες θεωρίες των διαφόρων σοφιστών και κατέκρινε το καθεστώς του δημοκρατικού πολιτεύματος, ονομάζοντας βλακώδη την εκλογή των αρχόντων με κυάμους, δημιούργησε πολλούς εχθρούς, μερικοί από τους οποίους, ως ο Αριστοφάνης, τον συνέχεαν με τους σοφιστές, που τους θεωρούσαν αίτιους των ατυχιών της πόλεως. Έτσι ο σοφός κατηγορήθηκε για ασέβεια από τον πολιτικό Άνυτο, τον ποιητή Μέλητο και το ρήτορα Λύκωνα και, ακόμα, για διαφθορά των νέων. Εισηγητής της κατηγορίας ήταν ο Μέλητος και αυτός τη συνέταξε. Το κείμενο έλεγε: «Αδικεί Σωκράτης ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα δεν καινά δαιμόνια εισηγούμενος• αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων• τίμημα θάνατος». Ο Σωκράτης μπορούσε ν’ αποφύγει την καταδίκη αν δεχόταν ν’ απολογηθεί ή αν εκλιπαρούσε το έλεος των δικαστών, όπως συνηθιζόταν τότε. Όχι μόνο ένα τέτοιο δεν έκανε ο Σωκράτης, αλλά και όταν ο σοφός κηρύχθηκε ένοχος, και συζητείτο, σύμφωνα με το Αττικό Δίκαιο, η επιβλητέα ποινή, ο Σωκράτης αγέρωχος και με θάρρος, δήλωσε ότι του ήταν αδύνατο να διακόψει το έργο της διαπαιδαγωγήσεως των νέων, έργο που μέχρι τώρα έκανε σύμφωνα με τη θέληση του θεού. Η υπερήφανη στάση του Σωκράτη ερέθισε τους δικαστές, και ογδόντα απ’ αυτούς, που πριν είχαν δώσει αθωωτική ψήφο, τώρα ψήφισαν και αυτοί υπέρ της θανατικής ποινής.
Επειδή η εκτέλεση της θανατικής ποινής καθυστέρησε, εξ αιτίας της θεωρίας τη Δήλο, ο Σωκράτης έμεινε τριάντα μέρες στη φυλακή, όπου τον επισκέπτονταν οι φίλοι του, όμως αρνήθηκε επίμονα τη σωτηρία του με απόδραση, που του είχαν προετοιμάσει οι φίλοι του, θεωρώντας αυτήν σαν άτιμη πράξη. Έτσι, ήπιε το κώνειο με αδιάσειστη ηρεμία και θεία έξαρση, φιλοσοφώντας ηρεμότατα ακόμα και κατά την ημέρα του θανάτου του. Γρήγορα οι Αθηναίοι μετανόησαν για το θάνατο του σοφού, και με πολλούς τρόπους τίμησαν τη μνήμη του. Λέγεται μάλιστα ότι, όταν παιζόταν στο θέατρο η τραγωδία του Ευριπίδη, που είχε υπόθεση τον άδικο θάνατο του Παλαμήδη, την ώρα που ο χορός τραγουδούσε, λέγοντας «εκάνετε, εκάνετε, τον πάνσοφον, ω Δαναοί, ταν ουδέν αλγύνουσαν αηδόνα μουσάν, των Ελλήνων τον άριστον», το πλήθος των θεατών ξέσπασε σε κλάματα. 

 

Για το χαρακτήρα του Σωκράτη συμφωνούν όλες οι πηγές. Η εξωτερική του μορφή δεν είχε τίποτα από την ελληνική καλλονή και τον τύπο του φυσιογνωμικά εξελιγμένου Έλληνα. Ήταν άσχημος, με μάτια πεταγμένα έξω, μύτη κοντή και χονδρή με σηκωμένα ρουθούνια, παχιά χείλη, κεφάλι φαλακρό και κοιλιά εξογκωμένη., ψυχικά όμως και πνευματικά ήταν τύπος υπέροχος και διακρινόταν για τη λεπτότητά του, την εξυπνάδα του, την πρωτοτυπία του, το χρηστό ήθος, την εγκράτεια και την αυτάρκειά του για τη γαλήνη και τη φαιδρότητα της ψυχής του και, όπως λέγει ο Πλάτων, ήταν «ο άριστος, ο φρονιμότατος και δικαιότατος των Ελλήνων».
Ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτα και όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν προέρχονται από συγγράμματα του Ξενοφώντα, του Πλάτωνα, και του Αριστοτέλη. Όμως, οι πηγές αυτές παρουσιάζουν διαφορετική κάπως την εικόνα της φιλοσοφίας του Σωκράτη. Ο Ξενοφών δέχεται το Σωκράτη σαν μεταρρυθμιστή της κοινωνίας, οι άλλοι δε, στηριζόμενοι στον Πλάτωνα, τον παριστάνουν κυρίως σαν ηθικοδιδάσκαλο, και άλλοι, τέλος, συμφωνώντας με τον Αριστοτέλη, δέχονται τον Σωκράτη, όχι σαν ηθικοδιδάσκαλο αλλά σαν διαλεκτικό. Η φιλοσοφία του Σωκράτη, στην επιστημονική της μορφή, είναι διαλεκτική, η οποία στην εφαρμογή της πάνω σε συγκεκριμένα πράγματα γίνεται ηθική. Σαν τους σοφιστές, έτσι και ο Σωκράτης, έχει σαν βάση της φιλοσοφίας του όχι τη φύση, αλλά τον άνθρωπο, κατεβάζοντας με αυτό τον τρόπο, ως είπε ο Κικέρων, τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη γη. 
  

Πηγη: www.mousa.gr
Επιμέλεια_ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΕΠΙΣΤΗΜΗ